Ένα φιλοσοφημένο σαλιγκάρι, ζωηρό και ευφρόσυνο, στοχάζεται τις χαρές της ζωής, καθώς αφηγείται την περιπετειώδη διαδρομή που του έλαχε με την επιδεξιότητα ρεμπέτη στιχουργού:
Άπλωσε χέρι ανθρώπινο
γρήγορα να μ’ αρπάξει
σαν τρωκτικό, σα σίφουνας
την όρεξη να φτιάξει
Μα γλίστρησα γκαρντάσια μου
κι ας ήταν κατά λάθος
και γλίτωσα την τηγανιά
και γλίτωσα το πάθος